
Κάποτε οι χάρτες τελείωναν πριν τελειώσει ο κόσμος.
Στις άκρες τους δεν υπήρχαν σύνορα, πόλεις και δρόμοι. Υπήρχε θάλασσα, σκοτάδι και εκείνη η παλιά σιωπή που οι άνθρωποι έντυναν με θεούς για να μπορούν να την πλησιάσουν.
Οι Έλληνες έδωσαν στον Βορρά όνομα.
Βορέας.
Και πέρα από αυτόν τοποθέτησαν έναν λαό που δεν ανήκε ακριβώς στη γεωγραφία ούτε ολοκληρωτικά στον μύθο.
Τους Υπερβορείους.
Η παράδοσή τους ήταν ήδη αρχαία όταν ο Ηρόδοτος κατέγραφε τα ίχνη της. Ο Απόλλων συνδεόταν μαζί τους, το φως με τον μακρινό Βορρά, και οι ιστορίες τους έφταναν μέχρι τον ελληνικό κόσμο σαν απόηχος μιας γης που βρισκόταν έξω από τα συνηθισμένα όρια.
Ύστερα πέρασαν οι αιώνες.
Και γύρω στο 325 π.Χ. ένας Έλληνας από τη Μασσαλία μπήκε στον Ωκεανό.
Πυθέας ο Μασσαλιώτης.
Η Μασσαλία ήταν παιδί της Φώκαιας. Ένα κομμάτι Ελλάδας φυτεμένο στη δυτική άκρη της Μεσογείου. Και από εκείνο το κομμάτι ξεκίνησε ένας άνθρωπος που δεν πήγε να αναζητήσει τον μύθο.
Πήγε να μετρήσει τον κόσμο.
Πέρασε τη Βρετανία και προχώρησε βορειότερα, εκεί όπου η διάρκεια της ημέρας άλλαζε και ο γνώριμος ουρανός της Μεσογείου έπαυε να υπακούει στον ρυθμό που ήξερε.
Έξι ημέρες πλεύσης βορειότερα βρισκόταν η Θούλη.
Και ακόμη πιο πέρα, η ίδια η ύλη έμοιαζε να χάνει τα σύνορά της.
Οι αρχαίες μαρτυρίες διέσωσαν τον «θαλάσσιο πνεύμονα», εκείνη την παράξενη κατάσταση όπου θάλασσα, αέρας και στεριά έμοιαζαν ανακατεμένα. Η σημερινή γλώσσα μπορεί να μιλήσει για πάγο, ομίχλη και παγωμένο ωκεανό.
Η αρχαία όμως εικόνα έμεινε ομορφότερη.
Στο τέλος του κόσμου, τα στοιχεία ενώνονταν ξανά.
Ο Πυθέας επέστρεψε.
Το έργο του χάθηκε.
Το όνομα όμως επέζησε.
Θούλη.
Οι αιώνες το παρέλαβαν ο ένας από τον άλλον ώσπου έγινε Ultima Thule.
Η Έσχατη Θούλη.
Όχι πια μόνο ένας τόπος, αλλά το τελευταίο όριο πριν από το άγνωστο.
Για σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια η λέξη ταξίδεψε μέσα σε γεωγραφίες, θρύλους και κείμενα. Όταν εμφανίστηκε ξανά με δύναμη στην Ευρώπη, δεν βρισκόταν πλέον στα χέρια ενός Έλληνα εξερευνητή.
Βρισκόταν στα χέρια αποκρυφιστών.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η Thule Society πήρε το όνομά της από εκείνη την αρχαία άκρη του κόσμου. Γύρω της συγκεντρώθηκαν εθνικιστικές, φυλετικές και εσωτερικές ιδέες, ενώ λίγα χρόνια αργότερα η ναζιστική Γερμανία θα δημιουργούσε την Ahnenerbe, αναζητώντας μέσα στην αρχαιολογία, στους αρχαίους πολιτισμούς και στις παραδόσεις υλικό για τη δική της κατασκευασμένη προϊστορία.
Έψαξαν ερείπια.
Έψαξαν σύμβολα.
Έψαξαν αρχαίες μετακινήσεις λαών.
Και μέσα στην παραμορφωμένη ιδεολογία τους προσπάθησαν να τραβήξουν προς τον εαυτό τους κομμάτια πολιτισμών πολύ αρχαιότερων από εκείνους.
Ανάμεσά τους στεκόταν πάντα η Ελλάδα.
Γιατί η Ελλάδα είχε αφήσει κάτι επικίνδυνα ανθεκτικό στον χρόνο.
Μύθους που έμοιαζαν με μνήμες.
Η Υπερβορεία ήταν μία από αυτές.
Και εδώ αρχίζει ο δικός μας μύθος.
Πριν υπάρξει η Θούλη, υπήρχε ο Βορράς των Ελλήνων.
Πριν γίνει η Θούλη σύμβολο των αποκρυφιστών, ένας Έλληνας είχε ταξιδέψει προς αυτήν.
Και πριν οι άνθρωποι του 20ού αιώνα αναζητήσουν μια αρχέγονη βόρεια πατρίδα, η ελληνική παράδοση είχε ήδη τοποθετήσει πέρα από τον Βορέα έναν κόσμο δεμένο με τον θεό του φωτός.
Οι μεταγενέστεροι ένωσαν τη Θούλη με την Υπερβορεία.
Εμείς μπορούμε να τοποθετήσουμε ανάμεσά τους κάτι διαφορετικό.
Τη μνήμη.
Ένας πραγματικός τόπος γίνεται αφήγηση.
Η αφήγηση περνά από γενιά σε γενιά.
Η γεωγραφία ξεχνιέται.
Τα πρόσωπα γίνονται θεοί.
Οι διαδρομές γίνονται μύθοι.
Και όταν χαθεί και ο τελευταίος χάρτης, απομένει μόνο ένα όνομα να περιμένει κάποιον να το ξαναβρεί.
Οι Ναζί πίστεψαν ότι μπορούσαν να αρπάξουν το παρελθόν και να το μετατρέψουν σε απόδειξη της δικής τους καταγωγής.
Δεν κατάλαβαν ίσως το αρχαιότερο μοτίβο.
Η Θούλη δεν χρειαζόταν να κρύβει μια «ανώτερη φυλή».
Χρειαζόταν μόνο να έχει υπάρξει αρκετά παλιά ώστε η πραγματική της ιστορία να έχει γίνει μύθος.
Και κάπου ανάμεσα στον Βορέα, στον Απόλλωνα, στους Υπερβορείους και στο παγωμένο ταξίδι του Πυθέα, η Ελλάδα είχε ήδη φυλάξει το αποτύπωμά της.
Όχι σαν απάντηση.
Σαν μνήμη ενός κόσμου που ο άνθρωπος ξέχασε ότι θυμόταν.


