Η Γυναίκα Στα Λευκά… Ένας θρύλος που συνεχίζει να επιστρέφει εδώ και 4.000 χρόνια

Υπάρχουν ιστορίες που γνωρίζουμε πού γεννήθηκαν. Έχουν έναν τόπο, μια εποχή, ένα όνομα. Και υπάρχουν κάποιες άλλες που μοιάζουν να υπήρχαν πάντα.

Τις συναντάμε σε διαφορετικές ηπείρους, ανάμεσα σε λαούς που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες, λάτρευαν διαφορετικούς θεούς και έβλεπαν τον κόσμο μέσα από εντελώς διαφορετικές παραδόσεις. Κι όμως, μέσα στις ιστορίες τους επαναλαμβάνονται τα ίδια σημάδια.

Μια γυναίκα. Ένα παιδί. Μια απώλεια. Το νερό. Η νύχτα. Ο θάνατος. Το λευκό. Και ένα πέρασμα που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.

Τα ονόματα αλλάζουν. Η μνήμη μοιάζει ίδια.

Στο Μεξικό, η γυναίκα αυτή απέκτησε ένα από τα διασημότερα ονόματά της. Λα Γιορόνα. Η Γυναίκα που Κλαίει.

Υπάρχουν πολλές εκδοχές της ιστορίας της. Στην πιο γνωστή μορφή του θρύλου, μια γυναίκα σκοτώνει τα ίδια της τα παιδιά, συχνά πνίγοντάς τα. Ύστερα έρχεται ο θρήνος. Και ο θάνατος. Όμως ούτε ο θάνατος ολοκληρώνει την ιστορία. Η γυναίκα επιστρέφει. Περιπλανιέται κοντά στα νερά και αναζητά τα παιδιά που έχασε. Η φωνή της ακούγεται μέσα στη νύχτα. Η μητέρα, το παιδί, το νερό και ο θάνατος βρίσκονται δεμένα στην ίδια αφήγηση.

Και όμως, η γη που γέννησε τη Λα Γιορόνα θυμόταν ήδη μια άλλη γυναίκα.

Πριν από την ισπανική κατάκτηση, οι Μέσικα γνώριζαν τη Σιουακόατλ, τη Γυναίκα-Φίδι. Μια θεϊκή μορφή συνδεδεμένη με τη μητρότητα, τον τοκετό και τον θάνατο. Οι παραδόσεις που καταγράφηκαν τον δέκατο έκτο αιώνα διατήρησαν τη μνήμη μιας γυναικείας παρουσίας που ακουγόταν τη νύχτα να θρηνεί για τα παιδιά.

Η Σιουακόατλ δεν είναι η Λα Γιορόνα. Ανάμεσά τους βρίσκονται διαφορετικές εποχές, διαφορετικές παραδόσεις και ένας κόσμος που άλλαξε δραματικά. Όμως κάποια σημάδια παρέμειναν. Η γυναίκα. Η μητέρα. Τα παιδιά. Η νύχτα. Ο θρήνος. Σαν η νεότερη ιστορία να φύτρωσε πάνω σε μια γη που θυμόταν ήδη το μοτίβο.

Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, η ίδια μνήμη αλλάζει ξανά πρόσωπο.

Στη Νότια Ασία συναντάμε την Τσουρέλ. Το πνεύμα μιας γυναίκας που σε πολλές παραδόσεις πέθανε κατά την εγκυμοσύνη, στον τοκετό ή λίγο μετά. Η γυναίκα πεθαίνει. Όμως επιστρέφει. Μπορεί να παρουσιαστεί όμορφη και νέα, να πλησιάσει έναν άνδρα και να τον παρασύρει μακριά από τον ασφαλή δρόμο. Και πίσω από την ομορφιά κρύβεται κάτι άλλο. Ο θάνατος.

Σε κάποιες αφηγήσεις εμφανίζεται ακόμη και ντυμένη στα λευκά. Η ιστορία άλλαξε. Αλλά τα σημάδια εξακολουθούν να είναι εκεί. Γυναίκα. Μητρότητα. Θάνατος. Επιστροφή. Λευκό.

Στη Νοτιοανατολική Ασία η Πόντιανακ κρατά άλλα κομμάτια του ίδιου μοτίβου. Και πάλι μια γυναίκα συνδεδεμένη με εγκυμοσύνη ή τοκετό. Και πάλι ο θάνατος δεν αποτελεί τέλος. Και πάλι η όμορφη γυναικεία μορφή μπορεί να γίνει προσωπείο ενός θανατηφόρου πνεύματος.

Οι τόποι αλλάζουν. Τα ονόματα αλλάζουν. Το μοτίβο συνεχίζει.

Στην Ιαπωνία, η εικόνα αποκτά μια μορφή που ο σύγχρονος κόσμος αναγνωρίζει σχεδόν αμέσως. Τα γιούρεϊ είναι τα πνεύματα των νεκρών που δεν απομακρύνθηκαν ολοκληρωτικά από τον κόσμο των ζωντανών. Και ανάμεσά τους υπάρχουν ιστορίες γυναικών που πέθαναν μέσα στην προδοσία, στην αδικία ή σε ένα συναίσθημα τόσο δυνατό ώστε ο θάνατος δεν κατάφερε να το σβήσει.

Μακριά μαύρα μαλλιά. Λευκό νεκρικό ένδυμα. Μια γυναικεία μορφή που δεν ανήκει πλέον στους ζωντανούς, αλλά δεν έχει φύγει και από αυτούς.

Εδώ το λευκό αποκτά διαφορετική σημασία. Γίνεται χρώμα του θανάτου. Χρώμα μετάβασης. Και η γυναίκα βρίσκεται ακριβώς εκεί. Ανάμεσα.

Το ίδιο συμβαίνει και με τους τόπους στους οποίους εμφανίζονται αυτές οι ιστορίες. Νερό. Γέφυρες. Δρόμοι. Σταυροδρόμια. Όχθες. Δεν είναι προορισμοί. Είναι περάσματα.

Η γέφυρα ενώνει δύο όχθες. Ο δρόμος δύο τόπους. Το σταυροδρόμι διαφορετικές κατευθύνσεις. Και το νερό, ήδη από τον αρχαίο κόσμο, χωρίζει κόσμους.

Στην ελληνική παράδοση αυτό το σύνορο έχει ονόματα. Αχέροντας. Στύγα. Κωκυτός. Λήθη. Οι ποταμοί του Κάτω Κόσμου δεν αποτελούν απλώς τοπίο. Χαράζουν το όριο. Ο νεκρός περνά από τον έναν κόσμο στον άλλον. Και ο Χάρων βρίσκεται εκεί για να ολοκληρώσει το πέρασμα.

Η Γυναίκα με τα Λευκά των νεότερων θρύλων κάνει ακριβώς το αντίθετο. Παραμένει κοντά στο πέρασμα. Δεν το ολοκληρώνει.

Και η αρχαία Ελλάδα δεν γνώριζε μία μόνο σκοτεινή γυναικεία μορφή. Γνώριζε έναν ολόκληρο κύκλο. Λάμια. Γελλώ. Μορμώ. Έμπουσα. Διαφορετικές μορφές, που όμως περιστρέφονται γύρω από επαναλαμβανόμενους φόβους.

Η Λάμια συνδέθηκε με την απώλεια των παιδιών της και μεταμορφώθηκε σε τρόμο για τα παιδιά των άλλων. Η Γελλώ είναι ακόμη παλαιότερη μέσα στην ελληνική γραμματεία. Το όνομά της εμφανίζεται ήδη στη Σαπφώ και η μεταγενέστερη παράδοση τη θυμάται ως γυναικείο πνεύμα που αρπάζει παιδιά. Η Μορμώ κουβαλά μια ακόμη παραλλαγή της μητέρας, του παιδιού και της καταστροφής.

Και η Έμπουσα κρατά ένα διαφορετικό θραύσμα. Την ομορφιά που παραπλανά. Στον Βίο Απολλωνίου του Τυανέως, μια υπερφυσική γυναικεία μορφή εμφανίζεται ως πανέμορφη γυναίκα και σαγηνεύει τον νεαρό Μένιππο. Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι προσωπείο. Πίσω του βρίσκεται ο θάνατος.

Η αρχαία Ελλάδα λοιπόν δεν μας δίνει ακόμη τη Γυναίκα με τα Λευκά. Μας δίνει όμως πολλά από τα κομμάτια που αιώνες αργότερα θα συναντηθούν ξανά. Μητέρα. Χαμένο παιδί. Γυναικείο πνεύμα. Μεταμόρφωση. Έλξη. Θάνατος.

Σαν ένας παλιός καθρέφτης που έχει σπάσει και κάθε μύθος κρατά διαφορετικό θραύσμα του.

Αλλά ούτε εδώ βρίσκεται η αρχή.

Πολύ πριν από την κλασική Ελλάδα, στη Μεσοποταμία της δεύτερης χιλιετίας πριν από τον Χριστό, συναντάμε τη Λαμαστού. Δεν είναι η Γυναίκα με τα Λευκά. Δεν είναι η Λα Γιορόνα. Δεν είναι η Λάμια. Ανήκει σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο.

Και όμως, μέσα της βρίσκουμε ξανά κάποια από τα αρχαιότερα σημάδια. Γυναικεία υπερφυσική παρουσία. Εγκυμοσύνη. Μητέρα. Νεογέννητο. Θάνατος.

Οι άνθρωποι της Μεσοποταμίας τη φοβούνταν ως απειλή για τις εγκύους και τα βρέφη. Και ο φόβος τους δεν έμεινε μόνο στις ιστορίες. Κατασκεύασαν φυλαχτά. Χρησιμοποίησαν επωδές και τελετουργίες. Χάραξαν τη μορφή του φόβου πάνω στην ύλη. Μερικά από αυτά τα αντικείμενα υπάρχουν ακόμη.

Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν αποδεικνύουν ότι η Λαμαστού περπατούσε πραγματικά ανάμεσα στους ανθρώπους. Αποδεικνύουν όμως κάτι άλλο. Ότι πριν από χιλιάδες χρόνια υπήρχαν άνθρωποι που φοβούνταν ήδη μια γυναικεία υπερφυσική παρουσία συνδεδεμένη με τη μητρότητα, τα παιδιά και τον θάνατο.

Η μορφή είναι διαφορετική. Ο φόβος μάς είναι παράξενα γνώριμος.

Οι αιώνες περνούν. Τα βασίλεια εξαφανίζονται. Οι γλώσσες πεθαίνουν. Οι θεοί αλλάζουν. Και η γυναίκα αλλάζει μαζί τους.

Στην Ευρώπη εμφανίζονται ιστορίες για Γυναίκες με τα Λευκά. Γυναίκες ντυμένες στα λευκά που στοιχειώνουν κάστρα, παλιούς δρόμους, δάση και γέφυρες.

Πίσω τους υπάρχει συχνά ένας βίαιος θάνατος. Μια προδοσία. Ένας χαμένος έρωτας. Μια οικογενειακή τραγωδία.

Η αρχαία δαιμονική γυναίκα πλησιάζει πλέον περισσότερο τον άνθρωπο. Δεν ήταν πάντα τέρας. Κάποτε έζησε. Κάποτε αγάπησε. Κάποτε προδόθηκε. Κάποτε πέθανε. Και επέστρεψε.

Το λευκό παραμένει. Η νύχτα παραμένει. Το πέρασμα παραμένει.

Και μετά αλλάζει ο κόσμος. Οι ταξιδιώτες δεν διασχίζουν πλέον τους δρόμους με τα πόδια ή πάνω σε άλογα. Ο δρόμος γεμίζει αυτοκίνητα. Και η ιστορία προσαρμόζεται ξανά.

Μια γυναίκα εμφανίζεται μόνη στην άκρη του δρόμου. Ένας οδηγός σταματά. Την παίρνει μαζί του. Εκείνη του δίνει μια διεύθυνση. Και πριν φτάσουν, εξαφανίζεται.

Όταν ο οδηγός αναζητήσει τη γυναίκα, μαθαίνει ότι είχε πεθάνει χρόνια πριν.

Η εξαφανιζόμενη συνεπιβάτιδα.

Ο κόσμος έγινε σύγχρονος. Ο μύθος έγινε σύγχρονος μαζί του. Το άλογο έγινε αυτοκίνητο. Το μονοπάτι έγινε άσφαλτος. Η νεκρή γυναίκα όμως παρέμεινε στον δρόμο.

Και έτσι, όταν κοιτάξουμε όλες αυτές τις ιστορίες μαζί, δεν βλέπουμε μία μορφή που ταξίδεψε αναλλοίωτη σε ολόκληρο τον πλανήτη. Βλέπουμε κάτι πιο παράξενο.

Μια μνήμη που μοιάζει να έσπασε σε κομμάτια.

Η Μεσοποταμία κράτησε τη γυναίκα, τη μητρότητα και τον φόβο για το παιδί. Η Ελλάδα κράτησε τη μητέρα, την απώλεια, τη μεταμόρφωση και τη γυναίκα που παρασύρει. Η Ασία κράτησε τη νεκρή γυναίκα, την επιστροφή και, σε ορισμένες παραδόσεις, το λευκό. Η Αμερική κράτησε τη μητέρα, τα παιδιά, το νερό και τον θρήνο. Η Ευρώπη κράτησε τη γυναίκα με τα λευκά, την τραγωδία και το στοιχειωμένο πέρασμα. Και ο σύγχρονος κόσμος την τοποθέτησε στην άκρη ενός δρόμου.

Δεν είναι η ίδια ιστορία. Είναι όμως σαν διαφορετικοί λαοί να θυμήθηκαν διαφορετικά κομμάτια της ίδιας εικόνας.

Μιας εικόνας τόσο παλιάς, ώστε κανείς δεν θυμάται πλέον το αρχικό της όνομα.

Τέσσερις χιλιάδες χρόνια είναι αρκετά για να ξεχαστούν σχεδόν τα πάντα. Πόλεις έγιναν σκόνη. Αυτοκρατορίες έγιναν μερικές γραμμές στα βιβλία. Θεοί που κάποτε είχαν ναούς έγιναν ονόματα σε αρχαιολογικά ευρήματα.

Κι όμως, κάποια μοτίβα αρνούνται να χαθούν.

Η γυναίκα. Το παιδί. Η απώλεια. Το νερό. Η νύχτα. Το πέρασμα. Ο θάνατος. Η επιστροφή. Και τελικά το λευκό.

Οι άνθρωποι άλλαξαν τα ονόματα. Άλλαξαν τους τόπους. Άλλαξαν τους θεούς. Άλλαξαν ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο ταξιδεύουν μέσα στη νύχτα. Αλλά η ιστορία προσαρμόστηκε σε κάθε καινούργιο κόσμο.

Σαν μια μνήμη που περνά από γενιά σε γενιά, χωρίς κανείς να θυμάται πλέον από πού την κληρονόμησε.

Κάθε εποχή κράτησε ένα κομμάτι. Κάθε πολιτισμός της έδωσε ένα καινούργιο πρόσωπο. Και χιλιάδες χρόνια αργότερα, όταν τα κομμάτια τοποθετηθούν ξανά το ένα δίπλα στο άλλο, η παλιά εικόνα αρχίζει πάλι να διακρίνεται.

Μια γυναίκα. Μόνη. Μέσα στη νύχτα. Κοντά σε ένα πέρασμα.

Οι πολιτισμοί άλλαξαν το όνομά της. Οι αιώνες ξαναέγραψαν την ιστορία της. Η μνήμη όμως παρέμεινε.

Και κάπου, στην άκρη ενός δρόμου, η γυναίκα εξακολουθεί να φορά λευκά.