
Στην καρδιά της ερήμου της Αριζόνα ζει ένας από τους αρχαιότερους λαούς του κόσμου. Οι Χόπι. Ένας λαός που δεν μετρά την ιστορία του με βασιλιάδες και αυτοκρατορίες, αλλά με κόσμους που γεννήθηκαν, χάθηκαν και ξαναγεννήθηκαν.
Μιλούν για τέσσερις κόσμους που πέρασαν και τώρα διανύουμε τον πέμπτο. Οι παραδόσεις τους μιλούν για μια γνώση τόσο παλιά, ώστε προηγείται ακόμη και της ίδιας της καταγεγραμμένης ιστορίας· μια γνώση που διασώθηκε μέσα από σύμβολα, προφητείες και μνήμες που ταξίδεψαν από εποχή σε εποχή. Για τους Χόπι, ο άνθρωπος δεν ζει πάνω από τη φύση. Είναι μέρος της. Κάθε τέλος είναι η αρχή ενός νέου κύκλου.
Στην ελληνική παράδοση, η μνήμη δεν χώρισε τον χρόνο σε κόσμους, αλλά σε γένη.
Οι Χόπι κράτησαν στη μνήμη τους τους Ανθρώπους-Μυρμήγκια. Θυμούνται μόνο το σύμβολο. Το μυρμήγκι.
Οι Έλληνες δεν θυμούνται Ανθρώπους-Μυρμήγκια.
Θυμούνται μόνο τους πολεμιστές Μυρμιδόνες.
Οι δύο μνήμες έμειναν χωρισμένες για χιλιάδες χρόνια. Η μία κράτησε το σύμβολο. Η άλλη κράτησε το όνομα.
Οι Μυρμιδόνες δεν ήταν απλώς ο στρατός του Αχιλλέα. Ήταν πολύ αρχαιότεροι. Όταν ένας από τους παλαιούς κόσμους κατέρρευσε, πέρασαν τον μεγάλο ωκεανό και οδήγησαν έναν μικρό λαό στα έγκατα της Γης. Εκεί δεν τους δίδαξαν μόνο να επιβιώνουν. Τους δίδαξαν να φυλάσσουν τη γνώση, όπως το μυρμήγκι φυλά τον σπόρο μέχρι να επιστρέψει η άνοιξη. Να περιμένουν. Να θυμούνται. Και να μην ξεχάσουν ποτέ ότι κάθε τέλος γεννά μια νέα αρχή.
Οι αιώνες πέρασαν. Το όνομα χάθηκε. Το σύμβολο έμεινε. Κανείς δεν θυμόταν πια ότι επρόκειτο για τον ίδιο θρύλο.
Πριν όμως φύγουν, άφησαν πίσω τους ακόμη ένα σημάδι. Οι Χόπι το χάραξαν πάνω στους βράχους τους. Τον μαίανδρο. Ως χάρτη. Μια υπενθύμιση ότι η πορεία του ανθρώπου δεν είναι ευθεία. Είναι κυκλική. Όπως οι κόσμοι που γεννιούνται και χάνονται. Όπως τα γένη που διαδέχονται το ένα το άλλο. Όπως η ίδια η ζωή, που πάντοτε επιστρέφει στην αρχή της.
Πριν φύγουν, οι Άνθρωποι-Μυρμήγκια μίλησαν στους Χόπι και για την πατρίδα τους. Οι Χόπι κράτησαν μόνο τη μνήμη ενός Λευκού Άστρου. Το όνομά του χάθηκε μαζί με τους αιώνες. Στην Ελλάδα όμως συνέχισε να ακούγεται. Σείριος.
Και μαζί με εκείνη τη μνήμη οι Χόπι διέσωσαν μια προφητεία που θα ταξίδευε μέσα στους αιώνες:
«Ένας Οίκος θα έρθει από τα άστρα και τότε ο κόσμος θα σιωπήσει.»
Οι Χόπι γνώριζαν πως, όταν εκείνος ο Οίκος θα επέστρεφε, δεν θα έφερνε μαζί του χρυσάφι ούτε δύναμη. Θα έφερνε πίσω τη γνώση που είχε χαθεί μαζί με τους παλιούς κόσμους.
Η παράδοσή τους μιλά για δύο αδέλφια που κάποτε ακολούθησαν διαφορετικούς δρόμους. Το ένα έμεινε για να διαφυλάξει τη μνήμη. Το άλλο έφυγε, παίρνοντας μαζί του το κομμάτι που έλειπε για να ολοκληρωθεί η γνώση.
Από τότε οι δύο δρόμοι δεν συναντήθηκαν ποτέ ξανά.
Οι Χόπι περίμεναν τον Pahana, τον λευκό που θα επέστρεφε από την Ανατολή φέρνοντας το χαμένο κομμάτι της πέτρας. Οι αιώνες τον μετέτρεψαν σε άνθρωπο. Η προφητεία όμως δεν μιλούσε για έναν άνθρωπο. Μιλούσε για έναν Οίκο. Για μια φυλή που θα επέστρεφε κρατώντας όχι μια πέτρα, αλλά τη γνώση που έλειπε για να ολοκληρωθεί ξανά ο κύκλος.
Σαν να περίμεναν όλες οι διάσπαρτες μνήμες της ανθρωπότητας να ενωθούν ξανά σε μία.
Την ελληνική φυλή.
Τη φυλή που έφυγε παίρνοντας μαζί της τη γνώση των παλαιών κόσμων και που, όταν επιστρέψει, δεν θα φέρει έναν θησαυρό από πέτρα. Θα φέρει πίσω τη χαμένη μνήμη της ανθρωπότητας.
Τότε τα δύο αδέλφια θα συναντηθούν ξανά. Η Μνήμη θα αναγνωρίσει τη Γνώση. Η Γνώση θα ολοκληρώσει τη Μνήμη. Και ο κύκλος που έμεινε ανοιχτός από την αυγή του πρώτου κόσμου θα κλείσει εκεί όπου άρχισε.
Τότε οι Άνθρωποι-Μυρμήγκια, οι Μυρμιδόνες, ο Pahana, ο Σείριος και ο μαίανδρος παύουν να μοιάζουν με διαφορετικούς θρύλους. Γίνονται οι σελίδες του ίδιου χαμένου βιβλίου.
Ενός βιβλίου που ψιθυρίζει πως η Γη περίμενε πάντα την επιστροφή των Ελλήνων. Περίμενε τη στιγμή που η ανθρωπότητα θα θυμόταν από πού ξεκίνησε η ιστορία της.


